Αλλεργία σε φάρμακα
Η αλλεργία αυτή είναι η πιο συχνά αναφερόμενη από ιατρούς και ασθενείς. Στην πραγματικότητα όμως το ποσοστό αληθούς φαρμακευτικής αλλεργίας είναι πολύ μικρότερο από αυτό που πιστεύεται.
Και το πιο σημαντικό δε ότι ακόμη και αυτοί που βίωσαν επεισόδιο φαρμακευτικής αλλεργίας σε αντιβιοτικά στο παρελθόν αυτή μπορεί να παρέλθει με το χρόνο. Φαίνεται ότι ένα 20% θα εξακολουθεί να έχει ακόμα αλλεργία μετά μία δεκαετία.
Σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι τα αντιβιοτικά προκαλούν συχνά αντιδράσεις μάλλον δυσανεξίας όπως ναυτία, έμετοι, κοιλιακό άλγος και αίσθημα πλήρωσης.
Επιπλέον συχνά παιδιά και ενίοτε σε ενήλικες που τελούν υπό ιογενή συνδρομή μπορεί να παρουσιάσουν εξανθήματα, που θα εκλυφθούν λανθασμένα ως αλλεργικά.
Οι αντιδράσεις στα αντιβιοτικά μπορεί να εκδηλώνονται είτε άμεσα (εντός λεπτών ή λίγων ωρών) είτε αρκετές ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας (επιβραδυνόμενες αντιδράσεις).
Οι άμεσου τύπου αντιδράσεις έχουν αιφνίδια εμφάνιση συμπτωμάτων και με ηχηρό τρόπο από τη λήψη της αντιβίωσης.
Μπορεί να εμφανιστούν με:
- φαγούρα σε παλάμες, πέλματα, μασχάλες ή σε όλο το σώμα
- κνιδωτικό εξάνθημα (πετάλες)
- ναυτία, εμετό ή διάρροια
- ζάλη
- δυσκολία στην αναπνοή ή συριγμό
- αλλεργικό σοκ (αναφυλαξία)
Οι επιβραδυνόμενου τύπου αντιδράσεις συνήθως εκδηλώνεται καθυστερημένα με:
- εξάνθημα, συχνότερα στον κορμό, που εμφανίζεται κυρίως την από την 3η μέχρι την 11η ημέρα (κηλιδοβλατιδώδες φαρμακευτικό εξάνθημα)
- ως σύνδρομο με εξάνθημα στο σώμα, πυρετό, αυξημένα ηωσινόφιλα, διογκωμένους λεμφαδενοπάθεια και εκδηλώσεις από διάφορα όργανα. Γνωστότερο ως drug reaction with eosinophilia and systemic symptoms (DRESS) syndrome
- ένα σταθερό φαρμακευτικό εξάνθημα (fixed drug eruption
- οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (acute generalised exanthematous pustulosis )(AGEP
- “Red man syndrome” μετά τη λήψη Βανκομυκίνης
- σοβαρότερες αντιδράσεις με εκτεταμένη καταστροφή του δέρματος και βλενογόνων (Stevens-Johnson) και η τοξική επιδερμιδική νεκρόλυση (ΤΕΝ).
Συχνότερα ενοχοποιούμενα αντιβιοτικά είναι συνήθως τα β-λακταμικά σκευάσματα όπως η αμοξυκιλλίνη (Amoxil), η αμοξυκιλλίνη και κλαβουλανικό οξύ (Augmentin), η κεφουροξίμη (Zinadol)
Παρόλα αυτά κάθε αντιβιοτικό, θα μπορούσε να προκαλέσει αλλεργική αντίδραση. Σημαντικό όμως είναι να εντοπίζονται οι αντιβιώσεις με υψηλή πιθανότητα διασταυρούμενης αντιδραστικότητας έτσι ώστε να αποφεύγονται μέχρι να ολοκληρωθεί η αλλεργιολογική διερεύνηση.
Τι είναι η ασπιρίνη και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη
Η ασπιρίνη, καθώς και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συσχετίζεται έως ένα βαθμό με την αδρανοποίηση του κύκλου της κυκλοοξυγενάσης-1 (COX-1). Αυτή ακριβώς η δράση παίζει ρόλο στην εμφάνιση κάποιων αντιδράσεων υπερευαισθησίας όχι απαραίτητα ανοσολογικής φύσεως (ιδιοσυγκρασιακές, ψευδοαλλεργικές, ή αντιδράσεις δυσανεξίας)
Συχνά χρησιμοποιούμενα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) είναι τα ακόλουθα:
- Σαλικυλικά όπως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (Aspirin, Salospir, Egicalm, Algon)
- Παράγωγα του προπιονικού οξέως: ιβουπροφαίνη (Algofren), ναπροξένη (Naprosyn), δεξιβουπροφαίνη (Seractil)
- Οξικάμες (παράγωγα ενολικού οξέως): μελοξικάμη (Movatec), πιροξικάμη (Piroxicam), λορνοξικάμη (Xefo)
- Παράγωγα του φαιναμικού οξέως: μεφαιναμικό οξύ (Ponstan)
- Άλλα: νιμεσουλίδη (Mesulid), νιφλουμικό οξύ (Niflamol)
Η συχνότητα των αντιδράσεων σε ασπιρίνη και ΜΣΑΦ όλο και συχνότερη. Όσο ισχυρότερα ένα παυσίπονο αναστέλλει την κυκλο-οξυγενάση-1, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα να προκαλέσει αντίδραση υπερευαισθησίας και σε άλλο αντιφλεγμονώδες σκεύασμα άλλης χημικής σύνθεσης.
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε λήψη ασπιρίνης ή άλλου ΜΣΑΦ, μπορεί να εκδηλωθούν ως:
- αναφυλαξία(αλλεργικό σοκ)
- κρίση άσθματος ή ρινίτιδα
- κνίδωση ή αγγειοοίδημα
- αντιδράσεις με καθυστερημένο χαρακτήρα.
- αντιδράσεις υπερευαισθησίας επιβραδυνόμενου τύπου.
Σε κάποιους ασθενείς με άσθμα ή/και χρόνια ρινοκολπίτιδα ή ρινικούς πολύποδες η ασπιρίνη ή/και άλλα ΜΣΑΦ είναι δυνατόν να προκαλέσουν επιδείνωση των συμπτωμάτων του ανώτερου ή κατώτερου αναπνευστικού.
Οι ασθενείς αυτοί μπορεί να ωφεληθούν από επίσκεψη σε αλλεργιολόγο όπου θα λάβει εμπεριστατωμένο ιστορικό και παράλληλα θα διενεργήσει Δερματικές Δοκιμασίες ( δια νυγμού και ενδοδερμικές)
Επιπλέον μπορεί να διενεργηθεί πιο ακριβής έλεγχος με εξετάσεις όπως τη Δοκιμασία Διέγερσης Βασεοφίλων (ΒΑΤ test).
Με βάση τον αλγόριθμο που θα ακολουθηθεί θα δοθούν οι κατάλληλες οδηγίες αποφυγής ή αντικατάστασης ύποπτων ΜΣΑΦ με άλλα πιο ασφαλή.
αντιδράσεις σε σκιαγραφικά
Οι συχνότερες αντιδράσεις σε ιωδιούχα σκιαγραφικά δεν είναι αλλεργικές και ονομάζονται τοξικές. Τέτοιες αντιδράσεις μπορεί να είναι βαγοτονικά επεισόδια, επιληπτικές κρίσεις, αρρυθμίες ή και νεφρική οργανοτοξικότητα.
Η αλλεργία σε σκιαγραφικά εκδηλώνεται με αντιδράσεις που διαχωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, τις:
- άμεσου τύπου, που εκδηλώνονται μέσα σε μία ώρα από τη χορήγηση
- επιβραδυνόμενου τύπου, οι οποίες εμφανίζονται όψιμα έως και μετά από ημέρες από τη χορήγησή τους/
Οι άμεσου τύπου αντιδράσεις εκδηλώνονται συνήθως κνιδωτικό εξάνθημαμε ή χωρίς αγγειοοίδημα. Ενίοτε μπορεί να είναι πιο σοβαρές με δύσπνοια, ναυτία, υπόταση, ή ακόμα και συστηματική αναφυλαξία
Οι επιβραδυνόμενου τύπου αντιδράσεις εμφανίζονται συνήθως εντός του πρώτου 24ώρου από τη χορήγηση. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για ήπιες-μέτριες δερματικές εκδηλώσεις, όπως κνησμό, κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα ή επιβραδυνόμενη κνίδωση με ή χωρίς αγγειοοίδημα, που συνήθως υποχωρούν μέσα σε λίγες ημέρες
Οι πιο ευάλωτοι στην εκδήλωση αλλεργίας σε σκιαγραφικό είναι κυρίως αυτοί που:
- έχουν εμφανίσει ήδη στο παρελθόν αλλεργία σε ένα σκιαγραφικό
- υποβάλλονται περιοδικά σε χορήγηση σκιαγραφικού
- σε μικρότερο βαθμό οι ασθενείς με ένα ιστορικό φαρμακευτικής αλλεργίας, άσθματος ή άλλο ατοπικό ιστορικό
Οι σκιαγραφικές ουσίες, μπορούν να διαχωριστούν στις ιωδιούχες, και στις μη-ιωδιούχες, όπως είναι το βάριο και οι παραμαγνητικές ουσίες. Οι μη-ιωδιούχες σκιαγραφικές ουσίες είναι αρκετά σπάνιο να οδηγήσουν σε μία αλλεργική αντίδραση. Συχνότερα, τέτοιες αντιδράσεις παρατηρούνται στα ιωδιούχα σκιαγραφικά, τα οποία διαχωρίζονται με βάση τα:
- οσμωτικότητα (σε υψηλής, χαμηλής ή ισοοσμωτικά)
- ιονικότητα (ιονικά ή μη-ιονικά)
- τον αριθμό των βενζοϊκών δακτυλίων (μονομερή ή διμερή)
Η συχνότητα αλλεργικών αντιδράσεων είναι μεγαλύτερη στα ιονικά από τα μη-ιονικά ιωδιούχα σκιαγραφικά.