Παγκράτι

Αρύββου 18-20 (Πλησίον Προφήτη Ηλία)

2107568418

Αμαλιάδα

Ελ. Βενιζέλου 12 (και Καλαβρύτων)

2622020044

Αντίδραση ”τύπου ορονοσίας”

Picture of Dr. Πιτσάς Βασίλειος

Dr. Πιτσάς Βασίλειος

Ειδικός Αλλεργιολόγος

Η ορονοσία αποτελεί αντίδραση του οργανισμού συνήθως σε φάρμακα, αλλά και σε λοιμώδεις παράγοντες, ιούς ή βακτήρια.

Η αντίδραση ”τύπου ορονοσίας” ομοιάζει με αλλεργία, καθώς αρχικά εκδηλώνεται με κνιδωτικό εξάνθημα. Τυπικά, τα συμπτώματα παρουσιάζονται μία με τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με κάποιο φάρμακο.

Από τα φάρμακα, τα παράγωγα της πενικιλίνης προκαλούν συχνότερα αντίδραση τύπου ορονοσίας  ενώ από τις λοιμώξεις, οι ιοί ηπατίτιδας Β ή C, ο ιός της Epstain-Barr  ή CMV (ιοί της λοιμώδους μονοπυρήνωσης) καθώς και ο β -αιμολυτικός στρεπτόκοκκος ενίοτε συμβάλλουν στην εηδήλωσης αυτούβ ου φαινομένου

Η αντίδραση ”τύπου ορονοσίας” συνήθως ξεκινά με την κνίδωση, την οποία διαδέχεται, σε 1-3 ημέρες, ψηλαφητό μικροαιμορραγικό εξάνθημα, με καφεοειδή απόχρωση (μπλαβίζει) ή εξάνθημα που μοιάζει με τυπικές μικρές μελανιές. Μπορεί να συνοδεύεται από πυρετό και μυαλγίες. Συχνά, συνυπάρχει πόνος ή πρήξιμο στις αρθρώσεις, κυρίως σε αγκώνες, γόνατα, ποδοκνημικές, πηχεοκαρπικές ή τις μικρές αρθρώσεις των δακτύλων. Άλλες φορές, υπάρχει διόγκωση οργάνων (λεμφαδένες, ήπαρ, σπλήνας) ή συμμετοχή του πεπτικού συστήματος ή των νεφρών.

Η διάγνωση της συνδρομής αυτής τίθεται από το ιστορικό και την κλινική εξέταση. Εργαστηριακός έλεγχος δεν κρίνεται πάντα απαραίτητος.

Η διάρκεια της νόσου κυμαίνεται από λίγες ημέρες μέχρι 2-3 εβδομάδες, χωρίς να αφήνει κατάλοιπα (επιπλοκές). Συνήθως, με την απομάκρυνση του αιτίου (π.χ. διακοπή του φαρμάκου που την προκαλεί) η νόσος αυτοϊάται. Σπανιότερα, μπορεί από τη συμμετοχή των διαφόρων οργάνων, να προκύψουν δυσκολία στη διάγνωση ή και επιπλοκές. Στις περιπτώσεις αυτές είναι απαραίτητη η εισαγωγή σε νοσοκομείο, για πλήρη έλεγχο και θεραπεία.

Η θεραπεία είναι ανακουφιστική, με αντιισταμινικά κυρίως, για την αντιμετώπιση του κνησμού (φαγούρα), εφόσον υπάρχει. Παυσίπονα-αντιπυρετικά χορηγούνται επί πυρετού ή πόνους στις αρθρώσεις. Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη συνιστώνται όταν υπάρχει πόνος και πρήξιμο στην άρθρωση χωρίς την παρουσία κνιδωτικού εξανθήματος. Η κορτιζόνη χορηγείται, όταν κρίνεται απαραίτητο, για λίγες μέρες.

Ο αλλεργιολογικός έλεγχος με την αποδρομή του φαινομένου κρίνεται σκόποιμος προκειμένου να συζητηθεί η ενοχοποίηση ή μη συγκεκριμένου παράγοντα και να δοθούν σαφείς και ορθές οδηγίες στον ασθενή ή την οικογένεια.